Κοινωνικά δίκτυα: τα καθάρια νερά της μοναξιάς

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι ένα παράθυρο στον κόσμο, μας φέρνουν σε επαφή με ανθρώπους που δεν θα συναντούσαμε ποτέ στην προσωπική μας ζωή, κυρίως για λόγους ταξικούς. Οι άντρες, που υπηρετήσαμε την θητεία μας, το καταλαβαίνουμε καλύτερα αυτό και το εκτιμάμε πολύ ως εμπειρία: μόνο στον στρατό αντιλαμβάνεσαι την φύση της κοινωνίας που ζεις και η οποία έχει ελάχιστη σχέση με το προσωπικό και επαγγελματικό περιβάλλον σου. Η πολιτική σκέψη απαιτεί διασπορά ταξικών εμπειριών. Τα social media βρίσκονται κάπου μεταξύ άμεσου περιβάλλοντος και στρατού. Πολύ σημαντικό από δημοκρατική άποψη, αποτελεί τομή στην πολιτική σκέψη και ήδη άρχισαν οι σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις διεθνώς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κοινωνικά δίκτυα: τα καθάρια νερά της μοναξιάς»

Facebook: φθόνος με φωτοστέφανο

Περνάω από Facebook τοίχους και βλέπω να υπάρχει μια δυσανεξία στο αρνητικό σχόλιο: συχνά οι διαγραφές και τα μπλοκαρίσματα πέφτουν βροχή. Κατ’ αρχήν, δεν είμαστε νάρκισσοι να ανεχόμαστε μόνο αυτούς που συμφωνούν μαζί μας. Οι διαφωνούντες κρατάνε τα κλειδιά της εξέλιξής μας: η βάσανος της αντίθετης άποψης μας κάνει να βελτιώνουμε ή να αναθεωρούμε απόψεις — μόνο οι ηλίθιοι και οι κνίτες μένουν αμετακίνητοι. Τα πιο επωφελή αιτήματα φιλίας είναι αυτά προς ανθρώπους που διαφωνήσαμε σε ένα τοίχο (μόνη προϋπόθεση η ευπρέπεια). Για αυτό, τον διαφωνούντα στον τοίχο μας πρέπει να τον προσέχουμε ως «κόρην οφθαλμού».

Και όχι μόνο — πρέπει να τον προστατεύουμε κιόλας από τους υπόλοιπους Facebook φίλους μας, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους προήλθαν από ένα like ή share, δηλαδή μας μοιάζουν. Υπόψιν, οι γνωστοί φίλοι μας μας μοιάζουν ακόμη περισσότερο: ένας ναρκισσιστικός μικρόκοσμος των δικών μας απόψεων. Χαρακτηριστικά θυμάμαι, έναν πολύ άξιο φίλο που μου έλεγε κάποτε ότι η Δράση —όταν πρωτοκατέβηκε στις εκλογές— θα έβγαινε κυβέρνηση· κρίνοντας από στατιστικές σε φίλους και γνωστούς. Δεν υπάρχει πιο παραμορφωτικός φακός της κοινωνίας από τον προσωπικό μας περίγυρο. Υπ’ αυτήν την έννοια, το Facebook είναι ένα παράθυρο στον κόσμο, μας φέρνει σε επαφή με ανθρώπους που ποτέ στην προσωπική μας ζωή, δεν θα συναντούσαμε, για πολλούς λόγους. Είναι όμως και ένα γυμναστήριο της καρδιάς: μας προτρέπει να εκφραστούμε ελεύθερα. Γιατί, σε τελική ανάλυση, μόνο οι σκέψεις που έρχονται σε σύγκρουση με τα αισθήματά μας (φόβο, αμηχανία, δισταγμό) έχουν κάποια αξία, αλλιώς είναι κοινοτοπίες.

Πιθανόν να μου αντιτάξετε: ότι κάποιοι διαφωνούντες στρέφονται προσωπικά εναντίον του αναρτήσαντα — όχι της ανάρτησης. Θα σας απαντήσω ότι αυτό είναι άκρως τιμητικό για τον αναρτήσαντα. Όσο μεγαλύτερη αλήθεια εκφράζεται σε μια ανάρτηση, τόσο πιο άσχημα θα αισθανθούμε εμείς που την διαβάζουμε. Η αλήθεια δεν αντέχεται από κανέναν. Η γυμνή μάλιστα αλήθεια είναι και αποκρουστική (ντύστε την, αν μπορείτε, με ένα ψέμα). Όσοι την διαβάζουμε, αισθανόμαστε μια ακαταμάχητη ορμή για να αντιδράσουμε. Ελάχιστοι μπορούμε να προσπεράσουμε με συγκατάβαση μια αληθινή ανάρτηση και να ζήσουμε με την σκέψη της. Πως αντιδρούμε λοιπόν; Προσπαθούμε την αλήθεια να την υποβαθμίσουμε σε άποψη, δηλαδή να την σχετικοποιήσουμε. Πως το κάνουμε αυτό; Οι περισσότεροι αντεπιχειρηματολογώντας επί της άποψης και με το μικροσκόπιο εξετάζοντας κάθε λέξη (κοινωνικά αποδεκτό). Κάποιοι όμως καταφεύγουν σε ένα επιθετικό σχόλιο: έκδηλης ειρωνείας (ένδειξη αδυναμίας) ή προσωπικού χαρακτηρισμού (κολλημένος, οπισθοδρομική, ρατσιστής, μαύρος ή κόκκινος φασίστας, ανοργασμική, ακροαριστερός, ακροδεξιός, και δεν συμμαζεύεται).

Κανόνας: ποτέ δεν απαντάμε αμέσως, ούτε στο μικροσκόπιο, ούτε στην ειρωνεία, ούτε στους χαρακτηρισμούς. Αφήνουμε τον σχολιαστή να ξεπεράσει τον πόνο από την γροθιά που έφαγε στο στομάχι. Είναι ανθρώπινο: χωρίς εξαιρέσεις συμβαίνει σε όλους μας. Στην περίπτωση των χαρακτηρισμών, μάλιστα, έχουμε παράλληλα την εκδήλωση ενός πιο σοβαρού —σχετικά πρόσφατου— φαινομένου: τον νεοπουριτανισμό. Τον σχολιαστή που γυρνάει από τοίχο σε τοίχο και ψάχνει να επαναφέρει τους ανθρώπους στον δρόμο του θεού (δηλαδή του Μαλέλη, της Μαντόνα, της Αντζελίνα Τζολί). Ο νεοπουριτανός πονάει να βλέπει οποιονδήποτε δεν υποκύπτει σε αυτό που τον συνθλίβει. Τι τον συνθλίβει; Το ότι διαπιστώνει πως δεν έχει την τόλμη να εκφραστεί ελεύθερα και να διακινδυνεύσει την εικόνα του. Η εικόνα αυτή βέβαια, εν πολλοίς, έχει σμιλευθεί από τα ΜΜΕ και, στην κυριολεξία, τον πνίγει. Έχουμε, λοιπόν, μια συντετριμμένη αυτοεκτίμηση. Αυτό τον κάνει να λυσσάει: θέλει με τα νύχια του να σε ξεσκίσει, εσένα που η σκέψη σου έχει φτερά. Αφού δεν μπορεί να είναι αυτός ελεύθερος, σε θέλει και εσένα δέσμιο.

Με άλλα λόγια είναι ένας φθόνος με φωτοστέφανο. Όπως όταν περπατάτε στον ήλιο σας ακολουθεί η σκιά σας, έτσι και σε μια αληθινή ανάρτηση θα σας ακολουθήσει ο φθόνος. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο είναι πιο έντονο, ο φθόνος είναι πάνδημος: λ.χ. οι γνωστοί φίλοι ποτέ δεν κάνουν like, comment ή share. Στους άλλους λαούς υπάρχει πολύ λιγότερος φθόνος — αλλά και λιγότερο πνεύμα. Αν το καλοσκεφτείτε, οι ειρωνείες και οι χαρακτηρισμοί σάς τιμάνε.

Αναμφίβολα, μέτρο της αλήθειας της ανάρτησής σας είναι ο φθόνος των σχολιαστών. Κατά βάθος σας θαυμάζουν, αλλά η συντετριμμένη αυτοεκτίμηση που ένιωσαν μαζί σας τους τυφλώνει. Αν και όταν, το ξεπεράσουν —πανδαμάτωρ χρόνος γαρ—, θα μείνει μόνος του ο θαυμασμός και δεν θα σας ξεχάσουν ποτέ. Αντιθέτως, όσα αρνητικά σχόλια δεν αποπνέουν φθόνο (μικροσκόπιο ή ειρωνεία ή χαρακτηρισμούς) απαιτούν μεγάλη προσοχή και μελέτη. Σε κάθε περίπτωση, μην φοβάστε τον φθόνο που κραυγάζει (προσοχή όμως στον φθόνο που σιωπά): μην διαγράφετε και μην μπλοκάρετε τους έντονα διαφωνούντες — ακόμη περισσότερο, αντισταθείτε στον πειρασμό να μην τους προστατέψετε από τους υπόλοιπους.

Πολλοί έρωτες ξεκίνησαν από διαφωνίες με ειρωνείες και χαρακτηρισμούς.