Πένθος: Το λεμόνι της ψυχής

Η εικόνα της περιφοράς του λειψάνου του αρχιερέα έκανε τον γύρο των ΜΜΕ με πολλούς να αντιδρούν και να κάνουν λόγο για «νέο Μεσαίωνα». Είναι όμως μια παλιά παράδοση της Εκκλησίας. Η παράδοση ατόνησε μετά την δεκαετία του 50 κυρίως για πρακτικούς λόγους, καθώς το κοιμητήριο βρισκόταν πιο μακριά από την εκκλησία. Η τελευταία πράξη είναι πάντα σοκαριστική, όσο ωραία κι αν είναι η ζωή. Στο τέλος μας ρίχνουν λίγο χώμα από πάνω, και όλα τελειώνουν για πάντα. Το τούνελ στην άκρη του φωτός· το μεγάλο «Ίσως»· η στιγμιαία ασυνέχεια της σιωπής και του τίποτα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μιαν συγκλονιστική εικόνα όσον αφορά το πένθος.

Ξέρω: το να σας πείσω να δείτε με άλλη ματιά —πέραν της αποστροφής— την συγκεκριμένη εικόνα είναι σχεδόν αδύνατον. Η συντριπτική πλειοψηφία σήμερα ασπάζεται ένα τρόπο ζωής που δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση. Ειδικά, όσοι δεν διαθέτουν βιώματα Ελληνικού χωριού ή παλιάς γειτονιάς, όπου η καμπάνα χτυπούσε για όλους — τους είναι σχεδόν αδύνατον να αντιληφθούν την αξία της εικόνας του πένθους. Ζούμε σε μια αντίληψη ζωής που τρέμει τον θάνατο. Τουλάχιστον να σας προβληματίσω. Όλα είναι ένας κύκλος: η υπερβολική λύπη γελάει — η υπερβολική χαρά κλαίει. Τα χείλια που έχουν γεύση από δάκρυα είναι τα καλύτερα για φίλημα. Οι γυναίκες αναμφίβολα είναι πολύ πιο όμορφες όταν κλαίνε. Για αυτό ίσως και τις κάνουμε να κλαίνε συχνά.

Αυτοί που δεν κλαίνε ποτέ, είναι γεμάτοι δάκρυα· γιατί η ζωή είναι ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ πόνου και απελπισίας. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο χρόνος χαράζει τα πρόσωπά μας με όλα τα δάκρυα που δεν χύσαμε. Τα αναφιλητά των ανθρώπων σήμερα είναι σπαρακτικά στεγνά, για αυτό γεμίσαμε ψυχικά νοσούντες: 1 στους 5 Αμερικανούς και 1 στους 4 Βρετανούς. Τα τελευταία 30 χρόνια ο προϋπολογισμός των ΗΠΑ για την ψυχική υγεία τριπλασιάστηκε. Ο πόνος γι’ αυτούς που δεν έχουν ψωμί να φάνε αντέχεται περισσότερο.

Ο λόγος ύπαρξης της παράδοσης περιφοράς του λειψάνου του αρχιερέα είναι ουσιαστικά για να μας μυήσει σε ένα πολιτισμό που είναι εξοικειωμένος με τον θάνατο. Τον Ελληνικό πολιτισμό. Τον δικό μας πολιτισμό. Την φιλοσοφία τού οποίου όρισε μοναδικά ο Σωκράτης ως «μελέτη θανάτου» — σε πλήρη αντίθεση με στον σημερινό «ανεξέταστον βίον». Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Θάνατος ήταν αδερφός του Ύπνου· άρα μέρος της ζωής, όταν συνέβαινε ήταν δώρο από τους Θεούς — αρκεί να μην ήταν ατιμωτικός. Αυτή η επίγνωση της θνητότητας είναι ο πρώτος λόγος της αθανασίας αυτού του πολιτισμού. Ό,τι και να κάνουμε στην ζωή —αν το ξύσεις λίγο— βρίσκεις τον θάνατο από κάτω. Η τραγωδία του θανάτου έγκειται στο ότι μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο. Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, ενστικτωδώς έχουμε την τάση να αισθανόμαστε αθάνατοι. Και η αθανασία είναι κατάρα! Αν οι άνθρωποι ξέραμε την ημερομηνία του θανάτου μας, όπως έχουμε στην ταυτότητά μας την χρονολογία γέννησης μας, αυτό θα μας έκανε πιο ανθρώπινους. Ο θάνατος και ο χρόνος έχουν το ίδιο επώνυμο: Πανδαμάτωρ.

Ο λόγος που μελετάμε την γλώσσα, την ιστορία, την τέχνη, την φιλοσοφία, την θρησκεία δεν είναι τόσο η έμφυτη ανάγκη μας να μαθαίνουμε, όσο για να αισθανθούμε το άχρονο και να σπουδάσουμε το αθάνατο· να μην φοβόμαστε τον θάνατο. Δεν είναι λιγότερο μάταιο να εύχεσαι το θάνατο από το να τον φοβάσαι. Κάθε αποχωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος, αλλά και κάθε θάνατος είναι ένας μεγάλος αποχωρισμός. Το να αποδεχτείς την θνητότητά σου, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφεύγεις την παγίδα να σκέπτεσαι ότι έχεις κάτι να χάσεις. Άρα να αρχίσεις να εμπιστεύεσαι, να πιστεύεις. Συνελόντι ειπείν: να μπορείς να κάνεις σχέση — να μην είσαι αν-έραστος.

Σήμερα, είμαστε όλοι σε έναν συνεχή αγώνα για την ευωχία. Ζούμε στο αέναο παρόν της οικονομίας και της τεχνολογίας. Με άλλα λόγια είμαστε δραπέτες από το θάνατο. Τα γηρατειά απαγορεύονται, ο θάνατος αγνοείται, δεν υπάρχει πένθος, ούτε δημόσιο, ούτε τελετουργικό. Κανένας όμως δεν είπε ποτέ πεθαίνοντας: «Μακάρι να είχα δουλέψει περισσότερες ώρες στο γραφείο». Ο θάνατος ακυρώνει όλες τις δεσμεύσεις. Το να πεθαίνουμε είναι κάτι που τα ανθρώπινα πλάσματα κάνουμε συνεχώς — όχι μόνο στο τέλος της φυσικής μας ύπαρξης σ’ αυτή τη γη. Στους τάφους πολλών ανθρώπων θα έπρεπε να γράφουν: «Πέθανε στα 30. Τον έθαψαν στα 85». Μόνο όποιος έχει ήδη πεθάνει, δεν θέλει να πενθεί τους πεθαμένους.

Ο άνθρωπος γεννήθηκε όταν για πρώτη φορά, μπροστά σε ένα πτώμα, αναρωτήθηκε: «Γιατί;». Τότε αναζήτησε νόημα στην ζωή του. Συνειδητοποίησε ότι είναι νοηματοδίαιτο ον. Έγινε άνθρωπος από ζώον· γιατί σταμάτησε να είναι α-νόητος. Ό,τι είναι η τροφή για το σώμα, είναι το Νόημα για την ψυχή. Το πένθος προσδίδει ένα είδος συνείδησης στην ανθρώπινη ψυχή. Όπως το λεμόνι στα στρείδια. Το λεμόνι στην ψυχή λείπει από τον —κατά τα άλλα θαυμαστό— σύγχρονο τρόπο του βίου. Αυτό που δίνει νόημα στον θάνατο, δίνει νόημα και στην ζωή. Όποιος φοβάται το θάνατο, δεν ευχαριστιέται τη ζωή. Τον βρίσκει ο θάνατος πριν μάθει να ζει. Πρέπει να στοχάζεται κανείς πολύ σοβαρά γύρω από το θάνατο για να μπορέσει να απολαύσει τη ζωή. Ο πιο βαθύς τρόπος για να αισθανθούμε κάτι είναι να υποφέρουμε γι’ αυτό.

Ο θάνατος μπαίνει μέσα στη ζωή όπως ο άντρας μπαίνει μέσα στη γυναίκα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *