Οι γονείς δεν είναι φίλοι με τα παιδιά

Πρόσφατα δέχθηκα μια επίσκεψη σπίτι μου από ένα φιλικό νέο ζευγάρι με ένα πολύ άτακτο 6χρονο αγοράκι: νευρικό, απαιτητικό, ανικανοποίητο. Πολύ συχνά η συμπεριφορά των παιδιών προδίδει προβλήματα ανάμεσα στους γονείς, αυτό όμως δεν ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση. Πρόσεξα όμως μια παράξενη συμπεριφορά και από τους δύο όταν μιλούσαν στο παιδί: γονάτιζαν ερχόμενοι στο ύψος του· ήταν υπερβολικά ευγενικοί· επεξηγούσαν ό,τι του ζητούσαν.

Οι περισσότεροι γονείς που ξέρω για να συνετίσουν το παιδί τους θα εφάρμοζαν στο περίπου την γνωστή παραδοσιακή μέθοδο: «Έλα εδώ βρε· δεν σου ‘πα να κάτσεις ήσυχα; . . . Δεν με νοιάζει αν βαριέσαι, θα κάνεις υπομονή μέχρι να φύγουμε!». Αυτή η μέθοδος ενέχει αυταρχικότητα μεν, επιτρέπει στο παιδί να επαναστατήσει δε· ενάντια σε μια ξεκάθαρη εντολή μιας ξεκάθαρης εξουσίας. Αντιθέτως οι μοντέρνοι νέοι γονείς έλεγαν στον 6χρονο μπόμπιρα περίπου τα ακόλουθα: «Ξέρεις πόσο φίλος μας είναι ο Δημήτρης, πόσο σε αγαπάει και τι ωραίο δώρο σου πήρε τις προάλλες· αν συνεχίσεις όμως να κάνεις ζημιές θα τον στενοχωρήσεις και αυτόν και εμάς». Και συνέχιζαν: «Δεν σε αναγκάζουμε να κάτσεις ήσυχος· μόνος σου πρέπει να το καταλάβεις και να νοιαστείς, αν θα χαλάσεις τις σχέσεις μας με τον οικοδεσπότη».

Κάποια στιγμή, τους ρώτησα μήπως θα πρέπει να είναι πιο αυστηροί. Μου απάντησαν πως τους είχε συμβουλέψει κάποιος ειδικός να αποφεύγουν την αυταρχικότητα στην γονεϊκή συμπεριφορά, γιατί αναστέλλει την παιδική δημιουργικότητα και φαντασία. Μεγαλύτερες «προοδευτικές» μπούρδες δεν είχα ακούσει. Καλή η πρόοδος, αλλά μόνο αν είσαι στην σωστή κατεύθυνση, αλλιώς πρέπει να κάνεις μεταβολή και να γυρίσεις πίσω· σε αυτή την περίπτωση, αυτός που το κατάλαβε πρώτος και γύρισε πίσω, είναι ο πιο προοδευτικός. Όταν γονατίζεις για να μιλήσεις στο παιδί σου, αυτό δεν σε βλέπει σαν ίσιο του, σε βλέπει σαν υπηρέτη του — οφείλεις να του μιλάς από υψηλότερη θέση, η εξουσία έχει τα σύμβολά της. Δεν ζητάς ποτέ κάτι ευγενικά από το μικρό παιδί· δεν είσαι φίλος του — είσαι γονιός του· του λες απλά τι να κάνει.

Το σημαντικότερο, σπάνια εξηγείς τους λόγους που του λες να κάνει κάτι, γιατί απλούστατα είτε δεν μπορεί να τους καταλάβει, είτε αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Στο «Γιατί;» του παιδιού, η απάντηση του γονέα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οφείλει να είναι: «Γιατί το λέω εγώ!»· χωρίς φωνές που προδίδουν έλλειψη αυτοπεποίθησης της γονεϊκής εξουσίας. Κανένα ψυχολογικό τραύμα δεν θα πάθει το παιδί — αντιθέτως, θα νιώσει ασφάλεια στην γονεϊκή εξουσία, θα αντιληφθεί γενικότερα την φύση της εξουσίας και της εμπιστοσύνης, ενώ θα υποψιασθεί και την ευθύνη που πάντα τις συνοδεύει. Έτσι, θα γίνει πρώτα το παιδί ευτυχέστερο και μετά οι γονείς. Το να εμφυσήσουν οι γονείς σεβασμό και υπακοή στο παιδί είναι εξίσου σημαντικό με την απροϋπόθετη αγάπη που οφείλουν πάντα να του δείχνουν.

Δυστυχώς, κάτω από αυτήν την φαινομενικά φιλελεύθερη μέθοδο, μετά την παρότρυνση για ησυχία στο μικρό παιδί, υπάρχει ένα δεύτερο πολύ πιο ισχυρό μήνυμα το οποίο είναι το εξής: δεν φτάνει μόνο να κάτσεις ήσυχος μικρέ, πρέπει να το θέλεις κιόλας· όπως και να αγαπάς και να σέβεσαι τον Δημήτρη· έτι περαιτέρω, αν δεν το κάνεις, οφείλεις να έχεις ενοχές. Αυτή η μοντέρνα συζήτηση με το παιδί, συγκριτικά με την παραδοσιακή μέθοδο, κρύβει μια αυταρχικότητα στο τετράγωνο, γιατί στο παιδί, εκτός από συμπεριφορά, υπαγορεύονται και συναισθήματα. Η υγιής επαναστατικότητα του παιδιού είναι, έτσι, πολύ πιο δύσκολο να εκδηλωθεί. Κρατάς το παιδί σου, χωρίς να το θέλεις, πίσω.

Δίνεις πραγματική ελευθερία στο παιδί σου όταν έχεις το θάρρος να του επιτρέπεις να σε μισεί από καιρό εις καιρό, αλλιώς δεν είσαι πραγματικός γονιός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.